wp54630a53.png

Text by Dr. Tatiani Rapatzikou, lecturer at the Dpt of English Literature, Aristotle University of Thessaloniki.

Έχοντας ακολουθήσει την λογοτεχνική πορεία και εξέλιξη του Γιώργου Ζαρκαδάκη τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα από το 1996 όταν εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα Τα Μυστικά των Χωρών Χωρίς, ένοιωσα ιδιαίτερη χαρά όταν μου ζήτησε να σας παρουσιάσω απόψε το νέο του βιβλίο Το Πέρασμα το οποίο εκδώθηκε πέρσι από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ένα βιβλίο που σηματοδοτεί το πέρασμα του δημιουργού του και την εμβάνθυνσή του σε ένα γλωσσικά ακόμη πιο δημιουργικό, πλούσιο και παραστατικό στιλ αφήγησης.
Πνεύμα ανήσυχο και πάντα διερευνητικό, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης με το καινούργιο του μυθιστόρημα ξαφνιάζει τον αναγνώστη από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο όπου εικόνες, ήχοι, αισθήσεις και χρώματα όλα συναισθησιακά συμπλέκονται, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και μυστηρίου χωρίς ξεκάθαρα να γνωρίζουμε ποιοι είναι οι χαρακτήρες οι οποίοι μιλούν, σε ποιους ή σε τί αναφέρονται. Από την αρχή του βιβλίου ο συγγραφέας, μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ανατρεπτικό γεγονός λεγοντάς μας ότι ατενίζουμε το τελευταίο ηλιοβασίλεμα του κόσμου μέχρι που «ήρθαν τότε τα σύννεφα», όπως ο ίδιος γράφει, τα οποία τα περιγράφει «σαν μαύρα άλογα [που] ήρθαν καλπάζοντας» (13). Λίγες σελίδες αμέσως μετά η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει και οι τελευταίες ημέρες του κόσμου με ένταση και ενέργεια ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας ως μια σειρά ακατάπαυστων μετεωρολογικών δεδομένων, μέχρις ότου ο αφηγητής της ιστορίας μας μετατρέπεται σε αναζητητή, καθώς αναλαμβάνει ως αποστολή του την εύρεση του επιστήμονα Νόρμαν Φεινμαν. Έχοντας αρκετά ιντριγκάρει τη φαντασία αλλά και εντείνει την αγωνία μας, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης εύστοχα συνεχίζει να χτίζει την πλοκή της ιστορίας, καθώς και τις λεκτικές εικόνες του, με εκπληκτική μαεστρία. Οι κόσμοι στους οποίους μας οδηγεί, ακολουθώντας τον πρωταγωνιστή της ιστορίας στις περιπλανήσεις του, μέσα από μακρύς διαδρόμους, οδομαχίες, υπαίθριες αγορές, σουρρεαλιστικά σκηνικά, όπως εκείνο του εστιατορίου των νάνων, μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα κόσμο όπου παντού κυριαρχεί η πείνα, η αναρχία, η παγωνιά και το σκοτάδι. Στο επίπονο αυτό ταξίδι αναζήτησης, ο αφηγητής της ιστορίας περνά από τον έναν τόπο στον άλλο, από τον Βορρά στο Νότο ακολουθώντας οποιοδήποτε σημάδι ή ίχνος είναι δυνατόν να τον οδηγήσει σε εκείνον που όλοι θέλουν να βρουν, τον Φέινμαν. Mέσα, λοιπόν, από μια σειρά λεπτομερών περιγραφών, ο αφηγητής της ιστοριάς μας, μας πληροφορεί για τις περιπέτειες και τον αγώνα επιβίωσης όλων των χαρακτήρων που εμφανίζονται στις σελίδες του μυθιστορήματος αυτού, μεταφέροντάς μας χρονικά στην εποχή της μεγάλης μετανάστευσης των απανταχού κατοίκων του πλανήτη. Εξακολουθώντας να μη γνωρίζουμε τον ακριβή τόπο και χρόνο όπου διαδραματίζεται η ιστορία, ακολουθούμε και εμείς την αφήγηση από το ένα κεφάλαιο του μυθιστορήματος στο άλλο, παρασυρόμενοι από την επιμονή του αφηγητή να ανακαλύψει τον Φέινμαν με σκοπό να αποκαταστήσει και πάλι την τάξη πραγμάτων στον πλανήτη. Ταξιδεύοντας και εμείς μαζί του μέσα από πολυπίκοιλους φανταστικούς κόσμους περνάμε μέσα από πυκνά δάση, ξαποστένουμε στην εκκλησία ενός εγκαταλελειμένου χωριού, φιλοξενούμαστε από κάποιους κοινόβιους καταυλισμούς, καταλήγουμε σ’ένα παλιό και άχρηστο λιμάνι, παρακολουθούμε την παράσταση του Τσίρκου Εξέλσιορ και γνωρίζουμε τους πρωταγωνιστές του, επιβιβαζόμαστε σ’ενα πλοίο φάντασμα και θαυμάζουμε τα καλλιτεχνικά τρόπαια του καπετάνιου του, φτάνουμε σ’ ένα άγνωστο νησί όπου κατοικούν «γυναίκες με μαύρα φτερά και φίδια για μαλλιά» (176), και ξαφνικά απειλούμενοι από τον παγετώνα βρισκόμαστε σε μια υπόγεια πόλη που δεν έχει «ανάγκη από φως, αέρα ή βλάστηση» (198), ενώ στη συνέχεια μας παραχωρείται κατάλυμα κάτω από τα θεμέλια ενός εγκαταλελειμμένου ξενοδοχείου. Κάποιος μας μιλάει για τη Χθονία την οποία και επισκεπτόμαστε μέχρι τη στιγμή που επιβιβαζόμαστε στα αερόπλοια για να συνεχίσουμε την αέναη περιπλάνησή μας.
Μέσα από μια σειρά συνεχών ανατροπών και εκπλήξεων, το παρών μυθιστόρημα κινείται στα πλαίσια του φανταστικού, εισαγάγοντάς μας σε κόσμους διαφορετικούς πέρα από το «περιορισμένο» οπτικό πεδίο της πραγματικότητας, εστιάζοντας, έτσι, την προσοχή μας στις άγνωστές της πτυχές, τις οποίες μας αποκαλύπτει ο συγγραφέας μέσα από τις περιπέτειες του αφηγητή της ιστορίας μας. Όσο για την εύρεση του Νόρμαν Φέινμαν, αυτή λειτουργεί ως ένας μηχανισμός εγρήγορσης της πλοκής και ανατροφοδότησης της ιστορίας. Μέσα από τους φανταστικούς κόσμους τους οποίους με δεξιοτεχνία πλάθει ο συγγραφέας έμμεσα μας μιλά για την κοινωνική αποξένωση, την καταστροφή του περιβάλλοντος, την έλλειψη αυτοελέγχου, την αξία του να σκεφτόμαστε, να ελπίζουμε, να αναζητούμε αλλά και να αισιοδοξούμε. Και εάν όλα αυτά τα αντιπαραθέσουμε με τον τίτλο της ιστορίας – το πέρασμα – το όλο μυθιστόρημα αποκτά συμβολική και μεταφορική σημασία για τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα, για το πέρασμα μας από τον έναν τρόπο αντίληψης σε έναν άλλον. «Το πέρασμα», γράφει ο Γιώργος Ζαρκαδάκης στο βιβλίο του, «είναι δύσκολη υπόθεση, ελάχιστοι τα καταφέρνουν μέχρι απέναντι, το απέναντι άλλωστε ποικίλει τόσο πολύ από περίπτωση σε περίπτωση, τόσο σε διάρκεια όσο και σε τελικό προορισμό» (172). Έτσι η αναζήτηση του Νόρμαν Φέινμαν δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ευκαιρία που ζητούσε ο αφηγητής για να ξυπνήσει μέσα του «πράγματα που είχαν επιλέξει το λήθαργο, τη χειμερία νάρκη, την απόδραση από τη λίστα των επιλογών μας» (169). Με άλλα λόγια η αναζήτηση αυτού του προσώπου δεν αποτελεί παρά μια οφθαλμαπάτη, ένα τέχνασμα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας θέλοντας να μας καθησυχάσει για την «ομαλή» πορεία και εξέλιξη της ιστορίας, μέχρι τη στιγμή που ο αναγνώστης μαζί με τον αφηγητή συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχει τελικός προορισμός, ότι ο Φέινμαν, την ύπαρξη του οποίου θεωρούσαν δεδομένη, δεν υφίσταται πια. «Η ζωή είναι ένα δέντρο», σημειώνει ο συγγραφέας, «πέφτει ο σπόρος στο χώμα και ξεφυτρώνει το είναι μας, κι αν υπάρχει ήλιος και νερό, πετάγεται ψηλά. Και οι επιλογές μας είναι κλαδιά που διακλαδώνονται, το τώρα ένα φύλλο κάθε φορά, που όλο ξεμακραίνει από τα άλα φύλλα» (240). Έτσι, λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο που οι κόσμοι μέσα στους οποίους μας ταξιδεύει ο αφηγητής συνεχώς μεταλλάσσονται και μεταμορφώνονται, έτσι και ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η όλη ιστορία μόνο φαινομενικά υπακούει σ’ένα παραδοσιακό μοντέλο αφήγησης που θα ήθελε την πλοκή σταδιακά να αναπτύσσεται και να ολοκληρώνεται στο τέλος του βιβλίου. Το ίδιο ισχύει και για τον Νόρμαν Φεινμαν, ο οποίος τελικά δεν αποτελεί ένα υπαρκτό πρόσωπο αλλά μια φαντασίωση, η οποία παίρνει διαφορετικές διαστάσεις κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων του αφηγητή της ιστορίας. Όσο για όλα όσα μαθαίνουμε για εκείνον και τη ζωή του, δεν αποτελούν παρά μια ιστορία μέσα στις τόσες άλλες που εμπεριέχονται στο βιβλίο αυτό. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι χαρακτήρες του Φαίδρου, του Ικαρίωνα, της Ινοτσέντα, του Μηριόνη, του Τληπόλεμου, του Ραβάνα, του Ρωμύλου και της Ρώμα καθώς και τόσων άλλων, που θα ανακαλύψετε διαβάζοντας το μυθιστόρημα, που συντροφεύουν τον αφηγητή στις διάφορες περιπλανήσεις του και στα περάσματα του από τον έναν φανταστικό, αν και όμοιο με την πραγματικότητα, κόσμο στον άλλον. ΄Ηδη, τα ονόματα των χαρακτήρων αυτών μας παραπέμπουν σε άλλους κόσμους μυθικούς, καθώς αυτά σχετίζονται με ονόματα φιλοσόφων ή με ονόματα ηρώων της μυθολογίας, φορτίζοντας έτσι εννοιολογικά το μυθιστόρημα το οποίο τελικά φαίνεται να εμπεριέχει όχι μια αλλά πολλαπλές εναλλασόμενες ιστορίες, αποκαλύπτοντάς μας έτσι ότι η πραγματικότητα δεν αποτελεί μια ανιτκειμενική αλλά μια υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Το μυθιστόρημα αυτό, επομένως, μετατρέπεται σ’ένα παλίμψηστο, ικανό να λειτουργήσει σε διάφορα επίπεδα αφήγησης σύμφωνα με τις πολλαπλές λέξεις/σημεία που ο αναγνώστης συναντά στο κείμενο, όπως ονόματα χαρακτήρων και φανταστικά τοπονύμια, φτάνει εμείς οι αναγνώστες να είμαστε έτοιμοι να παρασυρθούμε μέσα από τις ιστορίες του βιβλίου αυτού, να αφήσουμε τη φαντασία μας να μας ταξιδέψει στους ονειρικούς του κόσμους, να «τραβήξουμε για το πέρασμα». Συγκεκριμένα γράφει ο Γιώργος Ζαρκαδάκης στο βιβλίο του: «Σε κάθε ιστορία υπάρχει ένα σημείο που δεν γνωρίζει κανείς, ούτε εσύ που τη γράφεις, υπάρχει πάντα μια μυστική πόρτα από την οποία θα διαφύγεις κάποτε, που πριν φτάσεις ως εκεί δεν μπορείς να ξέρεις τι θα σου συμβεί» (134). Έτσι, λοιπόν, μη γνωρίζοντας πού η αναζήτησή του είναι δυνατόν να τον οδηγήσει, ο αφηγητής της ιστορίας μας τουλάχιστον αρκείται στην καταγραφή της, αποκαλύπτοντάς μας έτσι έμμεσα και την άλλη του ταυτότητα, εκείνη του συγγραφέα. Όσο για τις ιστορίες που μας διηγείται, η αξία τους και η δυναμική τους συνίστανται στις οπτικές εικόνες που εκείνες ζωγραφίζουν μέσα από τον ίδιο το λόγο, στην επιθυμία τους να κάνουν το «πέρασμά» μας από το πραγματικό στην φαντασίωση πιο διασκεδαστικό δείχνοντάς μας, όπως γράφει ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, «πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα  για τα οποία αξίζει να ζει κανείς, έστω και όταν το φως απουσιάζει, έστω κι όταν δεν έχεις πού να πας διότι οι κατευθύνσεις είναι όλες ίδιες» (133). Μέσα από τις εικόνες που οι ίδιες οι λέξεις δημιουργούν το μυθιστόρημα αποπνέει ένα συναίσθημα αγάπης για τη δύναμη που έχει η ίδια μας η φαντασία να υπερβαίνει κάθε φορά την δήθεν «πραγματικότητα», αυτήν που στο βιβλίο εξουσιάζουν το κρύο, το σκοτάδι και η παγωνιά, πλάθοντας αντί αυτών εικόνες ελπίδας οι οποίες έτσι, όπως καταγράφονται στο βιβλίο, δεν σταματούν αλλά εντείνουν τις αναζητήσεις και περιπλανήσεις του αφηγητή. Ο ποιητής, W. B. Yeats έλεγε ότι «στα όνειρα ξεκινά η ευθύνη» (Jackson 175). ΄Ετσι και στο βιβλίο αυτό αναφορά γίνεται στα όνειρα που «γίνανε δέντρα που διακλαδίζονται υπογείως. Μόνο στα όνειρά μας θα ξυπνήσουμε», λέει ο συγγραφέας, «ας αποκοιμηθούμε λοιπόν σύντροφοι, για να ξυπνήσουμε ας κοιμηθούμε» (136).
Ως λογοτεχνία της επιθυμίας, επομένως, το φανταστικό αποτελεί αφετηρία αναχώρησης από τις ανάγκες αυτές που ρεαλιστικά θεωρούμε ότι διακυβερνούν την ύπαρξή μας, για να επιστρέψουμε σε εκείνες τις άλλες επιθυμίες που κρατούμε κρυμμένες βαθιά μέσα μας, οι οποίες κάνουν την εμφάνισή τους κατά τη διάρκεια της αφήγησης με τη μορφή οπτικών μοτίβων, μεταφορών και συμβόλων στα οποία καταφεύγει ο συγγραφέας του βιβλίου με σκοπό να ενδυναμώσει και ενισχύσει την αφήγησή του. Συχνά, παρατηρούμε διαβάζοντας το μυθιστόρημα ότι ο αφηγητής της ιστορίας μας συνεχώς αντλεί δύναμη από μια περίεργη οργανική πηγή ενέργειας την οποία αφουγκράζεται να τον ακολουθεί υπογείως σε όλες τις περιπλανήσεις του «να εξαπλώνεται», όπως γράφει ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, «να βγάζει συνεχώς καινούργιες παραφυάδες» (72). Αυτή η δύναμη, λοιπόν, είναι που ενθαρρύνει τη μεταβάση του αφηγητή ή το πέρασμά του από τη μια περιπέτεια στην άλλη, ωθώντας τον, έτσι, να ξεπεράσει τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που βάζουν στο δρόμο του οι δυσμενείς μετεωρολογικές συνθήκες και η μεγάλη μετανάστευση για να έρθει σε επαφή με άλλους, διαφορετικούς, ανοίκειους κόσμους και χαρακτήρες οι οποίοι τείνουν να δανείζονται στοιχεία και χαρακτηριστικά τόσο από τη φαντασία όσο και από την ίδια μας την πραγματικότητα με αποτέλεσμα το πέρασμα από τη μια διάσταση στην άλλη να μην είναι απόλυτο αλλά συνεχές και αμφίδρομο.
Ζώντας, λοιπόν, «στη εποχή της προφοράς και όχι της γραφής» (126), λέει ο Φαίδρος, «σ’ έναν κόσμο χωρίς ανάγκη από κείμενα και εικόνες κι ιστορίες», συμπληρώνουν ο Ρωμύλος και η Ρώμα, «πώς να διαβάσεις και τί να δεις όταν έχει απλωθεί παντού το σκοτάδι, όταν δεν υπάρχουν λαμπτήρες, τί να διηγηθείς σε παιδάκια που δεν τρώνε όταν δεν έχεις τίποτε να τα ταίσεις, γιατί να νοιαστείς τί χωνεύει η γης όταν δεν έχεις να χωνέψεις τίποτε ο ίδιος» (131). Με αυτά τα λόγια, ο συγγραφέας του βιβλίου, όπως μας φανερώνει μέσα από τις πράξεις και εμπειρίες του αφηγητή του, τάσσεται έμμεσα ενάντια στην απώλεια της επιθυμίας να περιπλανηθεί κανείς πέρα από τα όρια που θέτουν τα κάθε λογής «πρέπει», όπως εκείνα που υπαγόρευαν την αναγκαιότητα της αποστολής του, την εύρεση του Φέινμαν. Καλώντας μας λοιπόν να τολμήσουμε το πέρασμα ή την υπέρβαση σε μια άλλη διάσταση, ο αφηγητής της ιστορίας, και κατ’ επέκταση ο συγγραφέας του βιβλίου, μας προειδοποιούν να μη χαθούμε μέσα στους μύθους που οι ίδιοι δημιουργούμε για τον εαυτό μας, αλλά μέσω αυτών και της φαντασίας μας να πετάξουμε μακριά. Λέει ο αφηγητής: «Όσο πιο ψηλά θα σηκώνομαι, άλλο τόσο θα αραιώνουν τα σύννεφα, σαν ομίχλη που διαλύεται θα γίνονται, το αδιόρατο φέγγος θα βομβίζει ισχυρότερο, θα χάνεται ο κόσμος από κάτω μου, το Κρύο θα εξαφανίζεται» (246). Αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες της ίδιας της πραγματικότητας, το φανταστικό, έτσι όπως προβάλλεται μέσα από τη λογοτεχνική γραφή, «μας επιτρέπει», κατά τον κριτικό Τζβέταν Τοντόροβ, «να διασχίσουμε συγκεκριμένα σύνορα τα οποία είναι απρόσιτα υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτά» (Jackson 180). Και αυτό δεν είναι αδύνατον να το καταφέρουμε αν λάβουμε υπόψη μας τα λόγια του ίδιου του αφηγητή της ιστορίας με τα οποία θα ήθελα να κλείσω την παρουσίασή μου: «Δεν ήξερα πως είχα φτερά στην πλάτη μου τότε, αργότερα το ανακάλυψα, πως τα φτερά έκαναν τους ανθρώπους να με προσέχουν και να με ακούν, βάλε κι εσύ στην πλάτη σου ένα ζευγάρι και θα δεις αμέσως τη διαφορά» (126).

Text by Professor Christos Goudis, Dpt. of Astrophysics at Patras University and director of the Institute of Astronomy of the National Observatory of Athens


Το πέρασμα είναι το πέρασμα του δρόμου, το πέρασμα από τη μία όχθη στην άλλη, από τον πάνω κόσμο στον κάτω κόσμο, από τον κόσμο του πραγματικού στον κόσμο του φαντασιακού, από τον κόσμο της εκμαυλισμένης ύλης στον κόσμο της άυλης και άμωμης ιδέας.

Το πέρασμα είναι μια διαδικασία μακριά από καταστάσεις ισορροπίας, μία φάση μεταξύ δύο παγιωμένων κόσμων, μια μεσόφαση όπου οι νόμοι που το χαρακτηρίζουν διαφέρουν από τους νόμους που διέπουν τον κόσμο που εγκαταλείπουμε αλλά και τον καινούργιο κόσμο στον οποίο επιδιώκουμε να φθάσουμε.

Είναι η φευγαλέα διεργασία του ταξιδιού όπου όλα τρέχουν γοργά, όλα είναι διαφορετικά, εκλάμψεις και πλάνα που διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς να υπάρχει χρόνος αφομοίωσης της πληροφορίας που εκπέμπουν ή κομίζουν.

Το πέρασμα είναι μια επικίνδυνη σχοινοβασία φυγής από έναν κόσμο θερμό, θαλασσινό και ηλιόφωτο που ξαφνικά πάγωσε, σκυθρώπιασε και σκοτείνιασε. Η εναλλαγή των πλαισίων της ταινίας της ζωής σταμάτησε. Το πλάνο έμεινε στατικό. Γέμισε πάγους και κρυστάλλους, σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Η θερμοκρασία έπεσε στο απόλυτο μηδέν, η κίνηση σταμάτησε. Η σφίγγα της ερήμου μεταμορφώθηκε σε σφίγγα των πάγων. Ο κήπος της Εδέμ σκεπάστηκε από τον πολικό μανδύα του άρχοντα του σκότους.

Ο αναζητητής, αιώνιος απροσάρμοστος σε μια κοινωνική δυναμική των ολίγων εις βάρος των πολλών και στην εκπτωτική στατική της κατάληξη, αναζητητής του ίδιου του εαυτού του (το ηρακλείτειο «εδιζησάμην εμαυτόν») αρνείται να αποδεχθεί την παντοτινή απουσία του ηλιακού φωτός και την αέναη παρουσία των πάγων και ξεκινά για το μεγάλο ταξίδι, να βρει το πέρασμα, τη στενή πύλη που θα τον οδηγήσει στον άλλο κόσμο του φωτός. Με το νόμισμα στο στόμα για να πληρώσει τον βαρκάρη. Με τροφή επικίνδυνη την amanita muscaria, το ερωτογόνο και παραισθησιογόνο μανιτάρι που κρατά ζωντανό τον έρωτα, την αγάπη και την ελπίδα για τη ζωή.

Για να καταλήξει στη Χθόνια Γη, στον υπόγειο κόσμο των Nibelungen, στο Δαντικό Καθαρτήριο των λαγουμιών, του τεχνητού φωτός, της τεχνητής τροφής, της τεχνητής επιβίωσης στα σπλάχνα της Γης, στον κόσμο των τυφλών ανθρώπων - σκουληκιών που έχουν όμως μνήμη της όρασης που είχαν πριν από την επέλαση των πάγων. Εκεί με άλλους ανατροπείς αναζητά ξανά το πέρασμα, αυτή τη φορά στον κόσμο της επιφάνειας. Μιας επιφάνειας σε αντιδιαστολή με την αφάνεια των εγκάτων της Γης, μιας επιφάνειας που πρέπει να αποβάλλει τον παγωμένο μανδύα της για να ξαναβρεί τον εαυτό της. Ένα μανδύα ψυχικής ψυχρότητας που απαιτεί τη χρήση πνευματικής δυναμίτιδας για να λιώσει, να γίνει ρέον ύδωρ, να πνίξει τους υπανθρώπους των λαγουμιών του κάτω κόσμου, να ξαναδώσει πίσω σε μας τους ανοιχτούς ορίζοντες των θαλασσών μας, να αραιώσει τα σύννεφα, να διώξει την ομίχλη και προ παντός να δώσει πίσω σε μας τον ήλιο που χάσαμε.

Το «πέρασμα» του Γιώργου Ζαρκαδάκη είναι η πεζοπορία ενός ποιήματος, η πορεία πλεύσης μιας φιλοσοφίας και η μετάβαση από στάση σε στάση στην μορφοποίηση της μεγάλης αναζήτησης σε μια οριστική στάση ζωής. Στο τέλος θα νικήσει το καλό, κατά που έλεγε και ο Kant, με τον αναζητητή βέβαιο για την τελική νίκη του δικαίου, έτοιμο να θυσιαστεί σε ένα auto da fé, σε μία πράξη ιερής, ένθερμης και φωτοβόλου αυτοκτονίας,  για την σωτηρία της ανθρωπότητας.
wp81977ed7.png
wp7e7b71b2.png